7/9/14

Ζήλεψα, σας λέω... : Γιάννης Τριάντης

Ο ένας για Πάρο. Ο άλλος για Ίο. Καθένας με την παρέα του... Τους έδωσα...
χρήματα και συμβουλές –τόσο κοινότοπες και βαρετές– και αποσύρθηκα στα δώματα της ζήλιας μου. Τους ζήλεψα τους «πιτσιρικάδες» μου, δεν το κρύβω...
  Είναι τόσο φορτισμένη και πολύπτυχη η έννοια της ζήλιας, που θέλει προσοχή. Στην παθολογική της εκδοχή δηλητηριάζει τους έρωτες και σκορπά σύννεφα αρνητισμού στις κοινωνικές σχέσεις, όταν φτάνει στο όριο του φθόνου για τους άλλους. Αλλά όταν είναι αθώα, η ζήλια αποκαλύπτει τρυφερότητα και καλή διάθεση, που γλυκαίνει τον μέσα κόσμο και διαχέεται παντού.
  Εδώ, λοιπόν. Στη δεύτερη, δημιουργική εκδοχή της ζήλιας. Που αφορά ανθρώπινες δραστηριότητες αλλά και μορφές πραγμάτων ή έργα της φύσης. Στις περιπτώσεις αυτές, το ρήμα «ζηλεύω» ισοδυναμεί με το «θαυμάζω» και συνοδεύεται από εσωτερική αγαλλίαση και ανυπόκριτη επιβράβευση. «Ζήλεψα το κείμενο του τάδε», λένε συχνά οι γραφιάδες, απονέμοντας εύσημα στον συνάδελφό τους. Εύσημα που εξοστρακίζουν τον εξοντωτικό ανταγωνισμό και συνιστούν αποτύπωμα ανοιχτοσύνης και έλλειψης συμπλεγμάτων.
  Ζήλεψα, λοιπόν, τα παιδιά μου, που έφευγαν για τα νησιά, και χαμογελούσα μέσα μου κάνοντας ένας φλας μπακ στα θερινά πεπραγμένα της δικής μου νεότητος. Απαράλλαχτος ο κύκλος. Μεθυστικός... Η ελαφρά νοσταλγία –με στιγμές αλεγρίας και αμεριμνησίας, αλλά και με στιγμές ανώδυνα ατάσθαλες και ζόρικες– γρήγορα υποχώρησε. Και έδωσε τη θέση της σ’ έναν κατάλογο τρυφερής και δημιουργικής ζήλιας:
• Ζηλεύω τις μοναχικές απότιστες νεραντζιές, που ξεφυτρώνουν ξαφνικά μπροστά στα μάτια σου και προσδίδουν μεθυστική χοϊκότητα στα σκονισμένα και ταπεινά δρομάκια της καθημαγμένης πόλης. Και όταν οι καρποί τους κυλάνε στις άκρες των δρόμων και συνθλίβονται από τους τροχούς των αυτοκινήτων δίνουν υπόσταση στην πιο αγνή και ευωδιαστή θυσία...
• Ζηλεύω τη δεινότητα των συγγραφέων όταν μιλούν για αποβάθρες και φάρους, για ερημικά ακρωτήρια και ασήμαντους δρόμους, και βλέπεις όλα αυτά να ζωντανεύουν μπροστά σου και να φαντάζουν καλύτερα από τα πραγματικά...
• Ζηλεύω τη σπιρτάδα και το αεικίνητο των μυρμηγκιών, που υπενθυμίζουν –μαζί με τόσα άλλα– το απαράμιλλο μεγαλείο του Δημιουργού, που άλλοι τον λένε Θεό και άλλοι ονομάζουν Φύση...
• Ζηλεύω τους «αναρχικούς» της Δεξιάς και τους «συντηρητικούς» της Αριστεράς, που δεν ενσωματώνονται και εννοούν να δυσκολεύουν τις εύκολες κατατάξεις και να διαλύουν τη συμπαγή λογική των παρατάξεων...
• Ζηλεύω το ύφος σχεδόν όλων των γυναικών που εργάζονται στην αποκομιδή των σκουπιδιών. Επαγγελματική συνέπεια και ακομπλεξάριστο ύφος...
• Ζηλεύω τον φίλο –μέλος της παρέας– που ομολογεί ανοιχτά ότι δεν μπορεί να απαλλαγεί από ορισμένα συμπλέγματα που τον κατατρύχουν. Αξιοθαύμαστη ωριμότης, προϊόν δουλεμένης αυτογνωσίας και δημιουργικού συμβιβασμού...
• Ζηλεύω τα μανάβικα που ξενυχτάνε, τους κώδικες των παρανόμων (της νύχτας) –η τήρησή τους θυμίζει την αφοσίωση των μοναχών στο γράμμα και το πνεύμα των ιερών κανόνων–, τις σκιές που «περιπολούν» τις νύχτες δίχως προφανή λόγο, αλλά και τους ταμένους της Ανατολής, που ξυπνάνε χαράματα για να μην χάσουν την τελετουργία της ανάδυσης του ήλιου...
• Ζηλεύω τα μικρά «όχι» της καθημερινότητας από ανθρώπους που δεν το περιμένεις, καθώς και τις κοφτές, λιτές κουβέντες των «απλών ανθρώπων» για μείζονα ζητήματα. Εκθέτουν ανεπανόρθωτα την αναλυσιακή φλυαρία των ειδημόνων με τα υψωμένα φρύδια...
• Ζηλεύω τους ανθρώπους που «σε βάζουν στη θέση σου» χωρίς να γίνονται αγενείς. Αν έχεις τους πόρους ανοιχτούς και δεν επιστρατεύεις νευρωτικές άμυνες, θα καταλάβεις το γόνιμον ενός υψηλού παιδευτικού ήθους...
  Χίλια δυο έχω ζηλέψει στη ζωή μου. Κάποια τα κατέκτησα. Κάποια άλλα τα έβαλα στην εσωτερική προθήκη με τα τιμαλφή έργα των άλλων. Και δεν το κρύβω, ένιωσα ωραία τις φορές που κατάφερα να αναχαιτίσω τη ζήλια μου όταν έφτανε στο όριο της ζηλοφθονίας... Όσο για τον ωκεανό της ερωτικής ζήλιας, αφήστε το καλύτερα. Απαιτεί πολλές σελίδες το εγχείρημα...
  
του Γιάννη Τριάντη
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Επίκαιρα στις 4/08/2011

6/9/14

Δημοκρατία των Πλειοψηφιών

Μια συνοπτική αναφορά στην δύναμη και τον ρόλο των πλειοψηφιών και γενικότερα των μαζικών τάσεων που διαμόρφωσαν την σημερινή δημοκρατία αλλά και το πολιτικό σύστημα των τελευταίων δεκαετιών, και στην παιδεία ως μοναδικό αίτιο και τελευταία ελπίδα ταυτόχρονα για τις επόμενες γενιές.
  Είναι αρκετές οι φορές που σκέφτομαι πόσο τυχεροί είμαστε ως Έλληνες σε σχέση με κάποιους άλλους λαούς, καθώς εδώ και αρκετές δεκαετίες μεγαλώνουμε και ζούμε στα πλαίσια μιας δημοκρατίας. Όλοι άλλωστε έχουμε κατά καιρούς δει μέσα από τα ηλεκτρονικά μέσα με ποιους τρόπους τιμωρούνται κάποια εγκλήματα σε ολιγαρχικά ή μοναρχικά καθεστώτα, ή πόση μεροληψία υπάρχει όσον αφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και κάνοντας αναδρομή μέσα από τα βιβλία της ιστορίας μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο διαφορετικά ήταν τα πράγματα ακόμη και στην χώρα μας όταν βρισκόταν υπό μη δημοκρατική κατοχή, εξωτερικών ή εσωτερικών δικτατόρων.
  Παρ' όλα αυτά ακούω συχνά (και όσο περνάει ο καιρός συχνότερα) Έλληνες να έχουν καταλήξει πανηγυρικά στο συμπέρασμα πως δεν υφίσταται δημοκρατία στον τόπο μας, παρά μόνο κατά το Σύνταγμα. Πως δεν εφαρμόζονται ή δεν τηρούνται οι νόμοι, αλλά και πως οι ήδη υπάρχοντες νόμοι τις περισσότερες φορές είναι δομημένοι με την λογική των «δύο μέτρων και δύο σταθμών». Το ανησυχητικό είναι πως μόνο κάποιος που εθελοτυφλεί δεν θα μπορούσε να παραδεχθεί πως εν πολλοίς κάπως έτσι είναι τα πράγματα.
  Όμως, προσωπικά θέλω να εστιάσω στο ριζικό σύστημα το οποίο θρέφει όλο αυτό που από καιρό έχει αρχίσει να μην μας αρέσει. Και η αλήθεια είναι πως οι δημοκρατίες στηρίζονται, συντηρούνται και γιγαντώνονται από τις πλειοψηφίες. Ειδικότερα στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, η πολιτική ζωή στηρίχτηκε εξ ολοκλήρου στα τερατώδη πλειοψηφικά ρεύματα που ενίοτε μετατοπίζονταν λίγο, αλλά κατά βάση παρέμεναν ίδια όσον αφορά στη νοοτροπία. Μπορεί να άλλαζαν το πανί από το σημαιάκι που κρατούσαν, αλλά με ίδιο πάθος το ύψωναν σε κάποια άλλη πολιτική συγκέντρωση. Αυτές λοιπόν οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν κυρίως τις δεκαετίες του '80 και '90, είχαν όχι απλώς την ανοχή και τη στήριξη της πλειοψηφίας, αλλά ήταν αναπόσπαστο μέρος αυτής. Συγκοινωνούντα δοχεία, όπου η μία πλευρά εξαρτιόταν από την άλλη.
  Συνεπώς, οι ενεργοί πολίτες όλων των προηγούμενων μεταπολιτευτικών χρόνων μαζικά καθόρισαν τον τρόπο που λειτουργεί η δημοκρατία μας, τον τρόπο που εφαρμόζεται, αλλά και τον τρόπο εκείνον κατά τον οποίο υπό συνθήκες παρακάμπτεται. Και αυτό διότι, θεωρώ πως η δημοκρατία προϋποθέτει ένα βασικό στοιχείο δίχως το οποίο είναι σχεδόν ασήμαντη. Την παιδεία. Και δεν εννοώ μονάχα το εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά οτιδήποτε γύρω μας μπορεί να μας επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό κατά την πορεία μας προς την ενηλικίωση. Τις προηγούμενες γενιές, τα πρότυπα των ΜΜΕ, τη συμπεριφορά των γύρω μας απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό, τον όποιο απαλλοτριωμένο τρόπο έκφρασης σε δημόσιους χώρους (οδική συμπεριφορά κ.α.) και φυσικά την οικογένειά από την οποία προέρχεται ο καθένας από εμάς. Ή αλλιώς την νοοτροπία που εν πολλοίς κυριαρχεί σε κάθε χώρο που μπορεί να κινούμαστε. Και όλα τα παραπάνω που διαμορφώνουν την παιδεία και παράλληλα είναι καθημερινοί καθρέφτες της εξέλιξής της, φυσικά και αποτελούν δείγματα υπαρκτής ή ψευδεπίγραφης δημοκρατίας.
  Αλλωστε, χρησιμοποιώντας ένα πρόχειρο παράδειγμα, αν σε ένα σπίτι που κατοικούν πέντε άτομα εκ των οποίων μόνο τα δύο κατέχουν πραγματική και ουσιαστική παιδεία εν αντιθέσει με τα υπόλοιπα τρία άτομα τα οποία στερούνται αυτής, εφαρμοστεί δημοκρατία και παρθεί μια πλειοψηφική απόφαση που πιθανών θα επικρατήσει από την επιλογή των τριών, τότε σίγουρα θα πρόκειται για μια ελλιπούς αρτιότητας απόφαση για όλους, παρότι θα είναι ένα καθαρά δημοκρατικό παράγωγο.
  Για τους παραπάνω λόγους θεωρώ πως δεν αποτελεί η δημοκρατία το ίδιο το πρόβλημα, αλλά η παιδεία της πλειοψηφίας του λαού και εν συνεπεία των πολιτικών που την διαχειρίζονται σε κάθε χώρα, όπως και στη δική μας. Και νομίζω ότι όπως η δημοκρατία δεν υφίσταται χωρίς παιδεία, έτσι και η παιδεία δεν μπορεί να υπάρξει και να αναγεννηθεί μακριά από ένα δημοκρατικό καθεστώς. Για το λόγο αυτό, μόνο στα πλαίσια αυτής της κουτσουρεμένης έστω δημοκρατίας θα μπορούσε να υπάρξει ελπίδα αναγέννησης της παιδείας για τις επόμενες γενιές, αλλά και να «σωθεί οτιδήποτε αν σώζεται» όπως λέει το τραγούδι του Δ. Τσακνή, όσον αφορά στις παρούσες γενιές.
  Συμπερασματικά, το πολιτικό σύστημα θαρρώ πως σαν σύνολο μας καθρεφτίζει. Ως εκ τούτου, αναρωτιέμαι αν είναι δυνατόν να αλλάξει το είδωλό μας στον καθρέφτη δίχως να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι. Και με βάση αυτή την λογική, ένα πολιτικό σύστημα μπορεί καμιά φορά να είναι λίγο χειρότερο από τον λαό στον οποίο απευθύνεται (η ύπαρξη πιθανής «θολούρας» στο τζάμι του καθρέφτη), αλλά νομίζω πως δύσκολα, πολύ δύσκολα θα είναι κατά τι καλύτερο.

Mps
Δημοσιευμένο στην ηλεκτρονική κοινότητα φοιτητών του πανεπιστημίου Αιγαίου (myaegean.gr) στις 21/7/2014

Απέναντι στον καθρέφτη : Γιάννης Τριάντης

«Οι πιο ενδιαφέροντες αγώνες είναι αυτοί που έχει να δώσει ενάντια στον εαυτό του», Σαρλ Μπωντλαίρ
Για τον Ντελακρουά μιλούσε ο Μπωντλαίρ. Αλλά ήταν σα να αφορούσε εμένα οαφορισμός του, έτσι που χάζευα τα ακίνητα βιβλία στη βιβλιοθήκη και ένιωθα ναμʼ αγγίζει απαλά στο στήθος η σαΐτα του διεισδυτικού στοχαστή, αποσπασμένη απότα περίφημα Αισθητικά Δοκίμια...
 Κολυμπούσα στα μαύρασκοτάδια του προσωπικού ανεξήγητου –έτσι με βόλευε να χαρακτηρίζω την εσωτερική μου ακαταστασία– και ήταν αδύνατο να δώσω σημασία στον ισχυρισμό του Μπωντλαίρ αλλάκαι στο ειδικό βάρος του τυπωμένου κόσμου που βρισκόταν απέναντι, στηδιακριτικά δοτική βιβλιοθήκη. Εκείνη τη στιγμή δεν χρειαζόμουν ούτε στίχουςούτε φιλοσοφημένες σκέψεις ούτε καν αγαπημένες μουσικές που συχνά με περνούνστην όχθη μιας εγκεφαλικής ευτοπίας, έτσι που φουσκώνουν μέσα μου σαν αεράκι τοπανί ανακουφιστικών συλλογισμών και καταπραϋντικής παρηγοριάς.
 Αλλά εκείνο το βράδυ είχεάπνοια η διάθεση.Ήξερα τι φταίει, αλλά είχα δυσκολία να ομολογήσω τηναδυναμία μου, να παραδεχτώ την ήττα σʼ ένα ζόρικο προσωπικό παιχνίδι και να τοπάρω απόφαση, να συμφιλιωθώ με τη σκληρή πραγματικότητα, να προχωρήσω με τιςχαρακιές ευδιάκριτες –τίμημα ή παράσημο, δεν έχει σημασία– και να ελευθερωθώ από τους δαίμονες που με παρασέρνουν στις ίδιες καθηλωτικές και αδιέξοδεςσκέψεις.
 Αίφνης υψώθηκε μέσα μου ένασυντριπτικό ερώτημα,που θα μπορούσε να συνοψιστεί στη φράση «δάσκαλε, πουδίδασκες» και το οποίο έφερε πάλι στην πρώτη γραμμή τον αφορισμό του Μπωντλαίργια τους αγώνες ενάντια στον εαυτό μας. Μην τα πολυλογώ, εγώ είμαι εκείνος πουείχα αντιστρέψει μια τρυφερή προτροπή της Φρανσουάζ Σαγκάν, τον τίτλο ενός θεατρικού έργου της που έλεγε «Μην προσπερνάς την ευτυχία» και τον είχα μετατρέψει αυθαίρετα αλλά με την αυτοπεποίθηση του κατασταλαγμένου στωικού στοαντίθετό του: «Μην προσπερνάς τη δυστυχία»...
 Δεν μετανιώνω για τηναντιστροφή αυτή.Τις δύσκολες στιγμές, ακόμη και τις οριακές –με εξαίρεσηβαριές αρρώστιες και θανάτους– τις ένιωθα και τις βίωνα σχεδόν ισοϋψώς με τις καλές, ανέμελες και ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου. Δεν επρόκειτο για επιπόλαιη χορογραφία λέξεων ούτε για ασυγχώρητη ελαφρότητα εγγενούς μαζοχισμού.Ήταν πεποίθηση, που με βοηθούσε να κωπηλατώ στον ωκεανό της υπαρξιακής μουαγωνίας και να τα βγάζω πέρα με τα κύματα που ταλανίζουν το ανθρώπινο καρυδότσουφλο που είμαστε. Μια χαρά με βόλευε η αντιστροφή αυτή. Έδινε νόημακαι πνοή στο καθετί του καθεμέρα μου. Αλλά τώρα; Τώρα που νιώθω ναυαγός σεαπρόσιτη ξέρα, γιατί δεν μακαρίζω τη δυστυχία μου; Γιατί αφήνω στην άκρη τηστωικότητα που προϋποθέτει και επιστρέφω στο ίδιο τέλμα σαν μοτοσυκλέτα χωρίςοδηγό που συντρίβεται στον «γύρο του θανάτου»;
 Ήξερα τι φταίει μέσα μουαλλά δεν είχα τη δύναμηνα το παραδεχτώ. Δεν μπορούσα να αγωνιστώ εναντίον του εαυτού μου, να συντρίψωτα απροσπέλαστα βραχώδη του εγωισμού και να βουτήξω στο καθαρτήριο ποτάμι τηςπαραδοχής. Ένιωθα ακίνητος σαν θλιμμένο άγαλμα, ώσπου κάτι άρχισε να κινείται στον κόσμο της εσωτερικής μου λιμνοθάλασσας. Ξεπήδησαν σαν εισαγγελικές ερωτήσεις σε ποινική δίκη κάτι δικές μου στιγμές ενός άτεγκτου απόλυτουαπέναντι στους άλλους. Φέρʼ ειπείν, η παροιμιώδης δυσανεξία μου απέναντι σεφοβισμένους ανθρώπους ή σε κάποιους που νιώθεις τη χειραψία τους σαν σβησμένοκάρβουνο στο χέρι σου ή –τόσο συχνά μου συμβαίνει– απέναντι στις ψιμυθιωμένες γυναίκες που προσπαθούν απεγνωσμένα να δείξουν άλλες, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να καταστούν προσπελάσιμες, να είναι έστω και παροδικά θελκτικές, αν και το ξέρουν ότι είναι καταδικασμένες να ζουν αθέατες ή υποφωτισμένες στηνπολύβουη αγορά της ζήτησης...
 Όλους αυτούς τους έριχναστον Καιάδα,χωρίς να στρέψω ούτε στιγμή τα φώτα μου στον προσωπικό τους λαβύρινθο, στο δικό τους ευπρόβλητο υπόστεγο, που ποιος ξέρει τι θυελλώδεις άνεμοι, ποιες συγκυρίες, ποια τύχη κακή, ποια μοίρα το έχουν καταστήσει ψυχρό,απρόσωπο, φοβισμένο, αδιάφορο και απωθητικό...
 Αυτό ήταν.Ασυναίσθητα εκτόξευα απαιτητικά ερωτήματα προς εαυτόν για χίλια δυό, και ένιωθα μέσα στο μαύρο σκοτάδι να προβάλουν μικρές μαρμαρυγές. Δεν ξέρω αν με είχε επηρεάσει ο αφορισμός του Μπωντλαίρ. Ήξερα όμως ότι ασυναίσθητα είχα μπει στον αγώνα. Για την έκβαση,τι να σας πω; Ούτε ο καθρέφτης απέναντί μου ήταν σίγουρος...
  
του Γιάννη Τριάντη
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ στις 16/05/2013 (Τεύχος 187)