Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικά Άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικά Άρθρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

10/11/21

Γιατί αγάπησα το Μίκη...

(φωτογραφία : www.in.gr)

Δεν αναρωτήθηκα ούτε στιγμή – αν και είναι κάτι το οποίο συνηθίζω να κάνω πια σε ότι αφορά πολλά πράγματα, και εδώ που τα λέμε σε απλούστερα και σινάμα πιο ασήμαντα – για ποιο λόγο αγάπησα το Μίκη. Κι αυτό διότι, δέθηκα πρώτα με το έργο του και εν συνεχεία με τον ίδιο – τότε που δεν αναρωτιόμουν. Τότε που οι απαντήσεις δίνονταν μόνο μέσα μας, χωρίς κάποιου είδους αυτό-λογοκρισία, και ελλείψει φίλτρων, σφραγίζονταν και καταχωρούνταν μέχρι αποδείξεως του εναντίου.

Ήταν αρκετά χρόνια πριν όταν ο παππούς μου, άνθρωπος που μετά από σοβαρό εγκεφαλικό που υπέστη – προσπαθούσε σιγά σιγά...πολύ σιγά, να ξαναβρεί τα βασικά, τις λέξεις, τα ονόματα των οικείων του, τις αναμνήσεις και η αλήθεια είναι πως δεν τα είχε καταφέρει ακόμη. Και κάπου εκεί, στο κενό αυτό, ένα βράδυ καθήμενοι στο σαλόνι και βλέποντας την τηλεοπτική εκπομπή μιας συμπαθέστατης κυρίας με ''Κ'' κεφαλαίο θα έλεγα εγώ, της Σεμίνας Διγενή – καλεσμένος της οποίας ήταν μεταξύ άλλων ο Γιάννης Πάριος, ένα από τα τραγούδια που ακούστηκαν ήταν η ''Άρνησις'' (για πολλούς, το ''Στο Περιγιάλι Το Κρυφό'' σε ποίηση του Γιώργου Σεφέρη και μουσική του Μίκη). Εκείνη την ώρα, παρατήρησα ότι ο παππούς μου άρχισε να σιγοψιθυρίζει τη μελωδία, όχι επειδή την ακολουθούσε και την συγκράτησε προσωρινά, αλλά επειδή ξεκάθαρα την θυμήθηκε. Και εγένετο φως. Δεν θα μπορούσα, όσος καιρός κι αν περάσει να ξεχάσω το συγκεκριμένο γεγονός. Τότε, με τρόπο ''όμορφα σοκαριστικό'', συνειδητοποίησα την δύναμη της μουσικής. Και εκεί σκέφτηκα ότι ίσως.. υπάρχει ελπίδα.

Η δεύτερη ιστορία βρίσκεται στην άλλη όχθη του ποταμού που λέμε, στην μοναχικότητα. Ήμουν δεκαεπτά χρονών, και σχεδόν κάθε εβδομάδα βρισκόμουν στο κέντρο της Αθήνας για να συναντηθώ με έναν άνθρωπο που τότε ομόρφαινε τις στιγμές της ανέμελης νιότης μου. Περιμένοντάς την τότε, κάτω από ένα κτήριο επί της 28ης Οκτωβρίου (Πατησίων), κοντά στο ύψος του Πεδίου του Άρεως, έπαιζαν σχεδόν κάθε φορά στ' αυτιά μου τα ''Δακρυσμένα Μάτια'' σε στίχους του ποιητή Γιάννη Θεοδωράκη – αδελφού του Μίκη, και οι ''Δρόμοι Παλιοί'' (στίχοι του Μανώλη Αναγνωστάκη) συνοδευόμενα συμπτωματικά ξανά από τη φωνή του Γιάννη Πάριου απ' τον εξαιρετικό ζωντανό στο Ηρώδειο δίσκο ''Ο ερωτικός Θεοδωράκης''. Κανείς άλλος ανάμεσά μας, αυτά κι εγώ. Σε όλη αυτή τη φάση της προσμονής, στο μεταίχμιο μεταξύ μοναξιάς και συντροφικότητας επαναλαμβανόμενα για καιρό – και σε όλα τα πέρα-δώθε στους γύρω δρόμους, όπως στην 3ης Σεπτεμβρίου, στις γειτονιές του Τάσου Λειβαδίτη και τόσων άλλων γνωστών και αγνώστων φωτισμένων ανθρώπων της καθημερινότητας, μέσα απ' τους ήχους του Μίκη σιγοτραγουδούσα ''κάτω απ' τους ίσκιους των σπιτιών να περπατώ'', και ''στους μεγάλους δρόμους, κάτω απ' τις αφίσες''. Άλλωστε κάποια οικοδομικά τετράγωνα πιο πέρα βρισκόταν το Πολυτεχνείο. Οι δρόμοι ήταν πράγματι μεγάλοι, και ιστορικοί.

Ο Μίκης θα μου θυμίζει πάντα εκείνα τα μέρη, αλλά δεν έμεινε μόνο εκεί. Ούτε στην Πατησίων, ούτε στο σαλόνι του σπιτιού μου. Τον έχω μέσα μου, από τότε τον κουβαλάω μαζί μου. Και με το πέρασμα των χρόνων, ανακαλύπτοντας το εύρος της προσωπικότητάς του εντός και εκτός πενταγράμμου, το εφηβικό συναίσθημα, η αίσθηση και το ένστικτο εκ των υστέρων δικαιώθηκαν, και τώρα πια ξέρω ότι πολύ καλά έκανα και τον αγάπησα.

Όπως άλλωστε και οι περισσότεροι Έλληνες, έκαναν πολύ καλά και αγάπησαν τον Μίκη. Ο καθένας για δικούς του προσωπικούς λόγους, αλλά και όλοι έχοντας έναν κοινό παρονομαστή. Είναι η ωραία πλευρά που έχουμε ή που θα θέλαμε να έχουμε, η συντροφιά στη μοναχικότητά μας, η ενότητα στους πηγαίους μαζικούς αγώνες για κάτι πιο δίκαιο, η πλευρά μας που είναι βαθιά ελληνική γιατί σέβεται και αγαπάει τους ανθρώπους απανταχού και δεν συμβιβάζεται με ''λιγότερο ουρανό'', για αυτούς – για εμάς.

Είναι οι ''Ναοί Στο Σχήμα Του Ουρανού'', που πιστοί και μη, θα σταθούμε και θα ακούσουμε ευλαβικά σε όποια γωνιά της υφηλίου κι αν βρεθούμε, και θα θυμόμαστε ότι ερχόμαστε από έναν τόπο όπου κάπου σκόρπιο μέσα στις ψυχές, ανάμεσα από σκοταδισμούς και χρόνιες παθογένειες, διασώζεται μια αχτίδα φωτός. Ο δικός μας Μίκης έφυγε, η αχτίδα όμως ρίζωσε και αναζητάει ουρανό.

Ένα καθυστερημένο - που όμως τείνει να γίνει μόνιμο στα χείλη μας, στα γραπτά μας, στις σκέψεις μας έως το τέλος - ''Αντίο, Μίκη''.

Mps

Νοέμβριος 2021

24/7/15

Εμείς τί κάνουμε;

Το εμείς δεν είναι καθόλου υποτυπώδες στον τίτλο. Κι αυτό διότι όλοι μας συμπεριλαμβανομένου φυσικά και του γράφοντος, όταν μας συμβαίνει κάτι παρόμοιο με το ζήτημα το οποίο περιγράφεται περιληπτικά πιο κάτω σκεπτόμαστε αναλόγως και αποζητούμε βοήθεια, ενώ άν και όταν το ξεπεράσουμε, πολύ γρήγορα πέφτουμε στην «λήθη» και αγνοούμε τους επόμενους που τυγχάνει να βρεθούν στην ίδια κατάσταση. Δεν ξέρω αν όλο αυτό το φαινόμενο αλλάζει με άρθρα, απόψεις, συζητήσεις. Ίσως και όχι. Αλλά όλα αυτά είναι καλύτερα από το να υποκρινόμαστε όλοι πως δεν συμβαίνει, ειδικότερα στη σημερινή «ψηφιακή μοναξιά» μας.

Πριν κάποια χρόνια, στην τελετή αποχαιρετισμού ενός μεγάλου ηθοποιού, ένας συνάδελφός του δήλωσε το εξής: «Θύμωσα πάρα πολύ που πέθανε, ήθελε να παίξει μεγάλους ρόλους. Αλλά θυμώνω και με εμάς που μένουμε γιατί λέω τί κάνουμε για όλους αυτούς τους ανθρώπους όταν ζουν και μας έχουν ανάγκη;». Δεν έχει σημασία να αναφέρω τα ονόματα του ενός ή του άλλου, αλλά αξία έχει η ουσία μέσα σε αυτά τα λεγόμενα.
 Έχοντας λοιπόν αυτή τη φράση καρφωμένη στο νού από τότε που την πρωτοάκουσα, αναρωτιέμαι τί κάνουμε όλοι εμείς για τον διπλανό μας όταν μας χρειάζεται. Περιμένουμε να μας το πει; Κι αν κρύβεται πίσω από τη σιωπή του; Κι αν η σιωπή του σημαίνει ακόμη μεγαλύτερη ανάγκη βοήθειας, συντροφιάς, ανταλλαγής μοναξιάς; Πόσες φορές η σιωπή ενός μοναχού ανθρώπου δεν είναι εκκωφαντική; Γιατί κάνουμε πως δεν την ακούμε; Αφού, ακόμη και στις φαινομενικά χαρούμενες στιγμές του, το βλέμμα του μαρτυράει αβίαστα την μοναξιά του, την ανάγκη του για μοιρασιά της όποιας σκέψης, του όποιου συναισθήματος, ή έστω της όποιας μελαγχολικής διάθεσης.
 Εκείνη η φάση άλλωστε αποτελεί το κομβικό σημείο κατά το οποίο ένας άνθρωπος μπορεί να ακολουθήσει άθελά του δρόμους που πιθανόν δεν έχουν επιστροφή, αφού κάποια πράγματα δεν αντιμετωπίζονται με την ίδια ευκολία κάθε στιγμή, κάποιες φορές μάλιστα ίσως δεν αντιμετωπίζονται γενικώς εάν έχουν ριζώσει βαθιά. Συνεπώς, την κρίσιμη ώρα κάποιος «σώνεται» ή «χάνεται».
 Εν κατακλείδι, ακόμη κι αν μετά το πέσιμο της αυλαίας συνεχίζεται κάτι άλλο-διαφορετικό, δεν παύει η παράσταση (που ονομάσαμε ζωή) να είναι εκείνη κατά την οποία κρίνονται όλα. Ας αφήσουμε τους εαυτούς μας να δώσουν ότι έχουν σε όσους «μας καλούν» με κάθε τρόπο εδώ, σε αυτή τη ζωή.
 
απ’ όλα τα αφηρημένα ουσιαστικά

πειράζει να εξαιρέσουμε τη μοναξιά;
Ντίνος Χριστιανόπουλος
Mps

Δημοσιευμένο στην ηλεκτρονική κοινότητα φοιτητών του πανεπιστημίου Αιγαίου (myaegean.gr) στις 16/9/2015

6/9/14

Δημοκρατία των Πλειοψηφιών

Μια συνοπτική αναφορά στην δύναμη και τον ρόλο των πλειοψηφιών και γενικότερα των μαζικών τάσεων που διαμόρφωσαν την σημερινή δημοκρατία αλλά και το πολιτικό σύστημα των τελευταίων δεκαετιών, και στην παιδεία ως μοναδικό αίτιο και τελευταία ελπίδα ταυτόχρονα για τις επόμενες γενιές.
  Είναι αρκετές οι φορές που σκέφτομαι πόσο τυχεροί είμαστε ως Έλληνες σε σχέση με κάποιους άλλους λαούς, καθώς εδώ και αρκετές δεκαετίες μεγαλώνουμε και ζούμε στα πλαίσια μιας δημοκρατίας. Όλοι άλλωστε έχουμε κατά καιρούς δει μέσα από τα ηλεκτρονικά μέσα με ποιους τρόπους τιμωρούνται κάποια εγκλήματα σε ολιγαρχικά ή μοναρχικά καθεστώτα, ή πόση μεροληψία υπάρχει όσον αφορά στα ανθρώπινα δικαιώματα, αλλά και κάνοντας αναδρομή μέσα από τα βιβλία της ιστορίας μπορούμε να αντιληφθούμε πόσο διαφορετικά ήταν τα πράγματα ακόμη και στην χώρα μας όταν βρισκόταν υπό μη δημοκρατική κατοχή, εξωτερικών ή εσωτερικών δικτατόρων.
  Παρ' όλα αυτά ακούω συχνά (και όσο περνάει ο καιρός συχνότερα) Έλληνες να έχουν καταλήξει πανηγυρικά στο συμπέρασμα πως δεν υφίσταται δημοκρατία στον τόπο μας, παρά μόνο κατά το Σύνταγμα. Πως δεν εφαρμόζονται ή δεν τηρούνται οι νόμοι, αλλά και πως οι ήδη υπάρχοντες νόμοι τις περισσότερες φορές είναι δομημένοι με την λογική των «δύο μέτρων και δύο σταθμών». Το ανησυχητικό είναι πως μόνο κάποιος που εθελοτυφλεί δεν θα μπορούσε να παραδεχθεί πως εν πολλοίς κάπως έτσι είναι τα πράγματα.
  Όμως, προσωπικά θέλω να εστιάσω στο ριζικό σύστημα το οποίο θρέφει όλο αυτό που από καιρό έχει αρχίσει να μην μας αρέσει. Και η αλήθεια είναι πως οι δημοκρατίες στηρίζονται, συντηρούνται και γιγαντώνονται από τις πλειοψηφίες. Ειδικότερα στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, η πολιτική ζωή στηρίχτηκε εξ ολοκλήρου στα τερατώδη πλειοψηφικά ρεύματα που ενίοτε μετατοπίζονταν λίγο, αλλά κατά βάση παρέμεναν ίδια όσον αφορά στη νοοτροπία. Μπορεί να άλλαζαν το πανί από το σημαιάκι που κρατούσαν, αλλά με ίδιο πάθος το ύψωναν σε κάποια άλλη πολιτική συγκέντρωση. Αυτές λοιπόν οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν κυρίως τις δεκαετίες του '80 και '90, είχαν όχι απλώς την ανοχή και τη στήριξη της πλειοψηφίας, αλλά ήταν αναπόσπαστο μέρος αυτής. Συγκοινωνούντα δοχεία, όπου η μία πλευρά εξαρτιόταν από την άλλη.
  Συνεπώς, οι ενεργοί πολίτες όλων των προηγούμενων μεταπολιτευτικών χρόνων μαζικά καθόρισαν τον τρόπο που λειτουργεί η δημοκρατία μας, τον τρόπο που εφαρμόζεται, αλλά και τον τρόπο εκείνον κατά τον οποίο υπό συνθήκες παρακάμπτεται. Και αυτό διότι, θεωρώ πως η δημοκρατία προϋποθέτει ένα βασικό στοιχείο δίχως το οποίο είναι σχεδόν ασήμαντη. Την παιδεία. Και δεν εννοώ μονάχα το εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά οτιδήποτε γύρω μας μπορεί να μας επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό κατά την πορεία μας προς την ενηλικίωση. Τις προηγούμενες γενιές, τα πρότυπα των ΜΜΕ, τη συμπεριφορά των γύρω μας απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό, τον όποιο απαλλοτριωμένο τρόπο έκφρασης σε δημόσιους χώρους (οδική συμπεριφορά κ.α.) και φυσικά την οικογένειά από την οποία προέρχεται ο καθένας από εμάς. Ή αλλιώς την νοοτροπία που εν πολλοίς κυριαρχεί σε κάθε χώρο που μπορεί να κινούμαστε. Και όλα τα παραπάνω που διαμορφώνουν την παιδεία και παράλληλα είναι καθημερινοί καθρέφτες της εξέλιξής της, φυσικά και αποτελούν δείγματα υπαρκτής ή ψευδεπίγραφης δημοκρατίας.
  Αλλωστε, χρησιμοποιώντας ένα πρόχειρο παράδειγμα, αν σε ένα σπίτι που κατοικούν πέντε άτομα εκ των οποίων μόνο τα δύο κατέχουν πραγματική και ουσιαστική παιδεία εν αντιθέσει με τα υπόλοιπα τρία άτομα τα οποία στερούνται αυτής, εφαρμοστεί δημοκρατία και παρθεί μια πλειοψηφική απόφαση που πιθανών θα επικρατήσει από την επιλογή των τριών, τότε σίγουρα θα πρόκειται για μια ελλιπούς αρτιότητας απόφαση για όλους, παρότι θα είναι ένα καθαρά δημοκρατικό παράγωγο.
  Για τους παραπάνω λόγους θεωρώ πως δεν αποτελεί η δημοκρατία το ίδιο το πρόβλημα, αλλά η παιδεία της πλειοψηφίας του λαού και εν συνεπεία των πολιτικών που την διαχειρίζονται σε κάθε χώρα, όπως και στη δική μας. Και νομίζω ότι όπως η δημοκρατία δεν υφίσταται χωρίς παιδεία, έτσι και η παιδεία δεν μπορεί να υπάρξει και να αναγεννηθεί μακριά από ένα δημοκρατικό καθεστώς. Για το λόγο αυτό, μόνο στα πλαίσια αυτής της κουτσουρεμένης έστω δημοκρατίας θα μπορούσε να υπάρξει ελπίδα αναγέννησης της παιδείας για τις επόμενες γενιές, αλλά και να «σωθεί οτιδήποτε αν σώζεται» όπως λέει το τραγούδι του Δ. Τσακνή, όσον αφορά στις παρούσες γενιές.
  Συμπερασματικά, το πολιτικό σύστημα θαρρώ πως σαν σύνολο μας καθρεφτίζει. Ως εκ τούτου, αναρωτιέμαι αν είναι δυνατόν να αλλάξει το είδωλό μας στον καθρέφτη δίχως να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι. Και με βάση αυτή την λογική, ένα πολιτικό σύστημα μπορεί καμιά φορά να είναι λίγο χειρότερο από τον λαό στον οποίο απευθύνεται (η ύπαρξη πιθανής «θολούρας» στο τζάμι του καθρέφτη), αλλά νομίζω πως δύσκολα, πολύ δύσκολα θα είναι κατά τι καλύτερο.

Mps
Δημοσιευμένο στην ηλεκτρονική κοινότητα φοιτητών του πανεπιστημίου Αιγαίου (myaegean.gr) στις 21/7/2014

24/3/14

Κολύμπι Στον Αφρό

Προσπαθώντας να παρομοιάσω το όποιο πνευματικό αλλά και συναισθηματικό ανθρώπινο βάθος με κάτι, το πρώτο που μου έρχεται στο μυαλό είναι η θάλασσα. Απέραντη, ατελείωτη, άγνωστη, επικίνδυνη ταξιδεύτρια και συνάμα ελπιδοφόρος. Σ' αυτή τη θάλασσα λοιπόν κολυμπάμε όλοι μας, είτε ως μικρά είτε ως μεγαλύτερα ψάρια. Άλλοι επιλέγουν τα επιφανειακά νερά για να ζήσουν, άλλοι προτιμούν τον άγνωστο βυθό.
 Στην επιφάνεια τα πράγματα είναι απλά ή ίσως απλουστευμένα, καθότι το φως του ήλιου αποσαφηνίζει κάθε προσωρινή σκιά αργά ή γρήγορα. Εκεί ξέρεις πως κινείσαι ή κι αν δεν ξέρεις μαθαίνεις σύντομα. Ξέρεις ότι δεν θα κινδυνέψεις από μεγαλύτερα ψάρια, ούτε απ' τα απόκρυφα του σκοτεινού βυθού. Γνωρίζεις όμως, πως δεν θα ανακαλύψεις απόκρημνες χαράδρες, ούτε σπάνια είδη φυτοπλαγκτόν, κοραλλιών, οστρακοειδών. Καταλήγοντας στον εν λόγω παραλληλισμό λοιπόν, στον αφρό όλα δίνονται τόσο εύκολα όσο παίρνονται, ανταλλάσσονται, ξεπωλούνται. Με ένα κοινό βασικό χαρακτηριστικό. Την ιδιοτέλεια. Μπορείς να απαγκιστρωθείς από οτιδήποτε αναίμακτα, καθώς όλα χτίστηκαν στο μέτρο του ασήμαντου, του αδιάφορου, του απλά βολικού. Και φυσικά ήσουν παρόν.
  Στον βυθό μπορείς να τα ζήσεις όλα, θαρρώ. Πολύ πιο ιδιαίτερα και ομορφότερα, αλλά ίσως πολύ ψυχοφθόρα και ενίοτε καταστροφικά. Εκεί όλα κοστίζουν ακριβά. Το γέλιο, το δάκρυ, η φιλία, ο έρωτας. Αλλά μια γνώριμή μας ρήση δεν λέει ''ότι πληρώνεις παίρνεις''; Έτσι συμβαίνει εκεί. Από τα παραπάνω λοιπόν, αν είσαι άλλοτε τυχερός και άλλοτε ικανός, θα αποκτήσεις ένα πηγαίο γέλιο (έστω και στιγμιαίο), ένα γνήσιο δάκρυ, μια βαθιά φιλία, έναν αληθινό έρωτα. Ίσως δεν αποκτήσεις και τίποτα. Γιατί σε αντίθεση με τον αφρό, δεν υπάρχει το «δούναι και λαβείν». Υπάρχει η έκφραση του ότι αληθινού και η αγωνιώδης αναζήτηση δέκτη σε αυτό σε άγνωστα κυρίως μονοπάτια. Καμία πιθανότητα δεν είναι υπέρ ή κατά. Δεν είναι άλλο ένα στημένο παιχνίδι επίπλαστης επιτυχίας όπως εκείνο στον αφρό, στο οποίο όλοι θα πάρουν το μερίδιο που τους ανήκει. Όσοι όμως δουν μιαν αχτίδα φωτός, θα μπορούν να πιστέψουν πως είναι υπαρκτή και να την αντλήσουν εξ ολοκλήρου μέσα τους. Και θα νιώσουν την διαφορά. Άλλοι πάλι, μπορεί όχι απλά να μην καταφέρουν να ξεφύγουν από το σκοτάδι, αλλά να βουλιάζουν συνεχώς μέσα σ' αυτό. Αλλά, γι' αυτό υπάρχει η επιλογή επιφάνειας-βυθού. Το αν ρισκάρουν ή όχι, εξαρτάται από τις ιδέες, τα πιστεύω, αλλά περισσότερο από τα μάτια τους. Άν δεν παρατηρούν ποτέ το φως που περνάει από τη χαραμάδα, τότε μάλλον θα δυσκολευτούν στα βαθιά.
  Εν κατακλείδι, αν με ρωτούσαν τί είναι καλύτερο, εννοείται πως δεν θα είχα μία μόνο απάντηση. Και αυτό διότι, όπως είναι διαμορφωμένος ο ορισμός του ''καλύτερου'' στις μέρες μας, φαινομενικά καλύτερα είναι στον αφρό. Οι περισσότεροι άλλωστε σήμερα κολυμπούν στον αφρό, άλλοι το έχουν καταλάβει και συνειδητά το επέλεξαν, και άλλοι απλά το ζουν. Η δική μου πεποίθηση πάντως, η οποία αποκαλύπτεται και στα παραπάνω γραφόμενα είναι πως άν δεν κοπείς δεν θα δεις τί χρώμα έχει το αίμα σου. Και νομίζω πως η ανθρώπινη φύση βασίζεται στην ωραία αυτή αδυναμία της. Βυθός, λοιπόν.


Mps
Δημοσιευμένο στην ηλεκτρονική κοινότητα φοιτητών του πανεπιστημίου Αιγαίου (myaegean.gr) στις 30/5/2014