17/9/14

Ο Μικρός Ναυτίλος : Οδυσσέας Ελύτης

 Μύρισαι Το Άριστον
XVIII

Από μικρό παιδί μου γεμίσανε το κεφάλι με την εικόνα ενός θανάτου κουκουλωμένου στα μαύρα, που κρατά τη ζωή σαν φάκα και μας την προτείνει ανοιχτή, με το δόλωμα της ηδονής στη μέση. Αφήστε με να γελάσω. Κάτι άλλο έλεγε κείνος που μασούσε τη δάφνη. Και δεν είναι τυχαίο που γυρίζουμε όλοι μας γύρω απ' τον ήλιο.
Το σώμα ξέρει.

Οδυσσέας Ελύτης
 (1911 - 1996)

10/9/14

Μεταξωτοί Άνθρωποι : Γιάννης Τριάντης


Το είχε πει σε μια συνέντευξή του ο αείμνηστος Νίκος Καρούζος: «Μεταξωτοί άνθρωποι». Μιλούσε για κάποιους χωρικούς που είχε συναντήσει στη Λέσβο. Αγράμματοι ήταν, αλλά σοφοί. Και, προπάντων, τρυφεροί με τους άλλους. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει. Μεταξωτοί άνθρωποι...
  Μού ’μεινε αυτός ο χαρακτηρισμός. Χαράχτηκε μέσα μου. Κι από τότε ένα νέο κριτήριο λειτουργεί στις αξιολογήσεις μου για τους ανθρώπους: η συμπεριφορά και η στάση τους σε «ασήμαντα» πεδία της καθημερινότητας. Αυτά που συνήθως τα προσπερνάμε ή δεν τα παρατηρούμε, γιατί δεν μας απασχόλησαν ποτέ οι εκφάνσεις της «μεταξωτής συμπεριφοράς»... Βέβαια οι άνθρωποι δεν συγκροτούν ως χαρακτήρες ένα συμπαγές όλον, αλλά ένα αντιφατικό σύνθεμα, στο οποίο συνυπάρχουν «μεταξωτά» στοιχεία και ακάνθινες απολήξεις. Γι’ αυτό και είναι κάπως παρακινδυνευμένα τα άμεσα και οριστικά συμπεράσματα για το «είναι» των ανθρώπων...
  Παρ’ όλα αυτά, προσωπικά, διακινδυνεύω την εξαγωγή συμπερασμάτων παρατηρώντας μικρές «ασήμαντες» κινήσεις στις παρέες, στον εργασιακό χώρο και στο «δάσος» του καθεμέρα, όταν συγχρωτίζομαι με αγνώστους. Και συνήθως δεν πέφτω έξω. Διότι τα γνωρίσματα αυτά αποκαλύπτουν πειστικά τον εσωτερικό κόσμο του άλλου. Τουλάχιστον σε μεγάλο βαθμό... Φερ’ ειπείν, «σκλαβώνομαι» από εκείνους που δεν ορμάνε να πιάσουν την καλύτερη θέση στο τραπέζι μιας ταβέρνας. Θεωρώ την κίνηση αυτή απότοκο καταγωγικής ευγένειας και γενναιοδωρίας, η οποία αδιαφορεί για το ιδιωφελές και συμφέρον. Αντίθετα, οι άνθρωποι που σπεύδουν φουριόζοι για μια καλή θέση καταχωρίζονται μέσα μου σαν αρπακτικά. Και – τό ’χω παρατηρήσει – έτσι συμπεριφέρονται, σαν αρπακτικά, και σε άλλα ζωτικά και κρίσιμα πεδία...
  Η μεταξωτή συμπεριφορά δεν παραπέμπει απαραιτήτως – η κυρίως – στο σαβουάρ βίβρ και στους «καλούς τρόπους» εν γένει. Τέμνεται σε κάποιες περιπτώσεις, αλλά δεν αποτελεί αποτύπωμα διδαχθείσης μεθόδου για το φέρεσθαι. Εδώ, το «μετάξι» είναι αυτοφυές ή προϊόν δουλεμένου χαρακτήρα. Είναι ο τρόπος που ο άλλος βλέπει τους συνανθρώπους του.
  Είναι η θέαση του κόσμου χωρίς τα εγωιστικά γυαλιά του προσωπικού ωφελιμισμού. Είναι, ευρύτερα, η υποταγή του ατομικού συμφέροντος στη συλλογικότητα, χωρίς βέβαια η «μεταξωτή συμπεριφορά» να φτάνει σε σημείο υπονόμευσης προσωπικών δικαιωμάτων και δικαίων. Κανένας δεν έχει δικαίωμα να αδικεί τον εαυτό του... Όμως, προσέξτε μια λεπτή απόχρωση: ποτέ ένας «μεταξωτός άνθρωπος» δεν νιώθει κορόιδο, όταν άλλοι τον προσπερνούν – στη σειρά μιας καντίνας η στην ιεραρχία – χρησιμοποιώντας αθέμιτα μέσα και μεθόδους. Το «άφες αυτοίς» είναι ριζωμένο μέσα του. Αποτελεί μέρος του αξιακού του κώδικα. Ξέρει τι γίνεται στην «αγορά». Αλλά συνειδητά δεν συμμετέχει στο εξοντωτικό αυτό παιχνίδι. Απέχει χωρίς να κλαυθμηρίζει. Γιατί, εκτός από μετάξι, τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν και ένα σκληρό κοίτασμα, που τους επιτρέπει να είναι ταυτόχρονα στωικοί και γρανιτένιοι.
  Ένας από αυτούς έγινε φίλος μου – και το κατάλαβα από την πρώτη στιγμή ότι θα συμβεί αυτό. Πρώτη μέρα στη μονάδα γύρισε από τη σκοπιά και μπήκε στη σειρά για φαγητό. Ήταν τρίτος από το τέλος. Τότε ακούστηκε ο μάγειρας να λέει ότι έμειναν μονάχα δύο μερίδες. Ο Κωστής πλησίαζε, ήταν ένας από τους δύο τυχερούς. Αλλά μόλις άκουσε τον μάγειρα, έφυγε αθόρυβα παραχωρώντας τη θέση του στον επόμενο. Έτσι. Αθόρυβα, αυτοθυσιαστικά, γενναιόδωρα, χωρίς να το κάνει θέμα...
  Οι «μεταξωτοί άνθρωποι», λοιπόν. Που μιλούν ελάχιστα για τον εαυτό τους. Που χαίρονται με τις επιτυχίες των άλλων. Που δεν σπεύδουν χαιρέκακα να «κάνουν πλάκα», δήθεν χαριεντιζόμενοι, με εξωτερικά γνωρίσματα που πονάνε τους άλλους... Εκείνοι, που δεν σπερμολογούν διακινώντας φήμες. Εκείνοι που υπερασπίζονται σθεναρά κάποιον απόντα όταν λοιδορείται σε μια παρέα, χωρίς να είναι φίλος τους, αλλά επειδή νιώθουν ότι αδικείται... Οι μεταξωτοί άνθρωποι. Όσοι προσέχουν τι λες, και δεν είναι ωσεί παρόντες στην κουβέντα, με το μυαλό τους στο τι θα πουν οι ίδιοι για να εντυπωσιάσουν. Άνθρωποι με ανοιχτούς πόρους και πλατιά καρδιά... Υπεράνθρωποι; Όχι. Απλώς, μεταξωτοί... Φαίνονται από μακριά. Αρκεί να προσέξεις «μικρές», «ασήμαντες» κινήσεις στο φέρεσθαι των ανθρώπων…

του Γιάννη Τριάντη
Δημοσιεύθηκε στο πολιτικό περιοδικό «Επίκαιρα» την Πέμπτη 25/11/2010

9/9/14

Μικρόκοσμοι : Γιάννης Τριάντης

Μπήκε στο γραφείο καιτρόμαξα να τον γνωρίσω.Τα μαλλιά και τα γένια του κατάμαυρα, στιλπνά και φρέσκα, θύμιζαν πτέρωμακότσυφα μετά τη βροχή. Τον θυμόμουνα να γκριζάρει γλυκά, με τις πρώτες ρυτίδεςνα αυλακώνουν το μέτωπο, σαν ποταμάκια σε μεγάλο χάρτη... Κατάλαβε την έκπληξήμου και υπερασπίστηκε με σθένος τα βαμμένα μαλλιά του χωρίς εγώ να θίξω τοθέμα...
 Λέγαμε διάφορα με τον παλιόγνώριμο, αλλά στομυαλό μου τριγυρνούσε σαν επίμονη μέλισσα η σκέψη για τον χρόνο που περνάει,για την αναπόφευκτη φθορά. Τότε θυμήθηκα κάτι που με είχε σταμπάρει, εκεί γύρωστα σαράντα μου χρόνια. Γεμάτο ασφυκτικά το λεωφορείο, όρθιος εγώ, δίπλα μου έναςηλικιωμένος και στην παρακείμενη θέση δυο πιτσιρίκια του Δημοτικού. Στομπροστινό κάθισμα η μητέρα τους που γυρίζει κάποια στιγμή και τους λέει:«Σηκωθείτε, σας παρακαλώ, να καθίσουν οι κύριοι». Σηκώθηκαν αμέσως τα παιδιά,έκατσε ο ηλικιωμένος, αλλά εγώ συνέχιζα να χαζεύω σα να μην με αφορούσε ηευγενική χειρονομία της μητέρας. Δεν μπορούσα να διανοηθώ ότι ανήκω στο κλαμπτων μεγάλων, στους οποίους παραχωρούν θέση οι νεότεροι...
 Είναι βαρύ και δύσκολο ναπαραδεχτείς ότι μεγάλωσες. Πόσωμάλλον ότι γέρασες. Γιʼ αυτό και όταν κάποιος χαιρέκακα ή από συνήθειααναφέρεται στην ηλικία, η πρώτη φράση που βγαίνει από τα χείλη ενστικτωδώς καιαστραπιαία είναι αυτή: «Νιώθω νέος μέσα μου»... Απελπισμένη άμυνα, πουσυνοδεύεται συνήθως από απαρίθμηση «κατορθωμάτων». Θέλεις να δείξεις ότι ηφθορά δεν σʼ έχει αγγίξει ή δεν έχει περιορίσει δραστικά δραστηριότητες,δυνατότητες και συνήθειες... Άδικος κόπος. Ο καθένας ξέρει καλά ότι όσοχαμηλώνει το ταβάνι του χρόνου, τόσο συρρικνώνεται ο κύκλος των παλιώνδραστηριοτήτων. Το θέμα είναι να συμβιβαστείς με την ιδέα, αντιμετωπίζονταςτρυφερά τη φθορά και τις απώλειες.
 Κάποιοι το δέχονται μέσατους. Συμφιλιώνονται με το ανεπίστρεπτο και ηρεμούν. Κάνουν ένα«άλμα πάνω από τη φθορά» και βιώνουν ειρηνικά το έσχατο μέρος του κύκλου τους.Άλλοι, όμως, πασχίζουν πάση θυσία να αναχαιτίσουν τον χρόνο, να σταματήσουν τιςοξειδωτικές συνέπειες. Δεν αρκούνται στο λογικό οπλοστάσιο της συντήρησης –καλήδιατροφή, γυμναστική κ.λπ.– αλλά καταφεύγουν, κυρίως οι γυναίκες, σε κραυγαλέεςπαρεμβάσεις που καταλήγουν συνήθως σε εκτρωματικές μεταβολές. Μελαγχολικήεικόνα. Σα να βάζεις παράθυρα αλουμινίου σε νεοκλασικό...
 Περπατώντας αργότερα στοκέντρο με τον «ανανεωμένο» εμφανισιακά φίλο μου, παρατηρούσαμε τα υπέροχα παλιά κτίριακαι λέγαμε πόσο όμορφα φαντάζουν –παράταιρη ομορφιά– μέσα στην ανεκδιήγητησυστοιχία των νεότερων κτισμάτων. Όμως έκανε μια παρατήρηση που την βρήκαενδιαφέρουσα. Είπε ότι, τελικά, καινούργια και παλιά κτήρια συνθέτουν έναετερόκλιτο μεν, αλλά αξιοπρόσεκτο σύνολο ιδιαίτερης αισθητικής αξίας. Καιυπενθύμισε πόσο λαμπερά προβάλλουν σήμερα κάτι ορθογώνια βιομηχανικά κτίρια ταοποία πασχίζουμε να κριθούν διατηρητέα, ενώ όταν ήταν στις δόξες τους δενγύρναγε μάτι να τα κοιτάξει. «Κάπως έτσι είναι και οι ηλικίες για τουςανθρώπους», σκέφτηκα. «Κάθε μια έχει τις χάρες της». Αλλά εκείνη τη στιγμήαπέφυγα να μοιραστώ τη σκέψη αυτή με τον παλιόφιλο, για να μην πάει η κουβένταστην αγχώδη, κατά τη γνώμη μου, προσπάθεια να ανανεώσει την εμφάνισή του...
 Αντίθετα, λέγαμε και οι δυόπόσο μας αρέσουν κάτι ωραία ξενοδοχεία του παρελθόντος, μαραμένα από τον χρόνο αλλά ακατάβλητα,φθαρμένα αλλά γοητευτικά στην εμφάνιση. Σαν την Τζέιν Μπίρκιν ή την Έλεν Μίρεν,ας πούμε... Ωχρά στην όψη, με μια περήφανη μελαγχολία να μαρτυρεί την ηλικίατους, τα ξενοδοχεία αυτά αναδίδουν το άρωμα παλαιών εποχών χωρίς να μπαίνουν σεάχαρους ανταγωνισμούς με τα καινούργια. Το καθένα στο «πόστο» του... 

 Κάπως κουρασμένοι, αράξαμεσʼ ένα μπαρ με τον φίλο μου,παρατηρώντας τον νεαρόκοσμο που έσφυζε από ζωντάνια. Όλα μια κοψιά. Σορτσάκικαι πέδιλα για τα κορίτσια, ίδιο κούρεμα για τα αγόρια. Είχαμε μπει σε «λάθος»μπαρ, αλλά το διασκεδάζαμε. Τα παιδιά ήταν διακριτικά, δεν μας έδιναν ιδιαίτερησημασία, αλλά κάπου κάπου μας κοίταζαν σα να ʼμαστε κορνιζαρισμένες γκραβούρεςσε νεανικό δωμάτιο. «Μοιάζουμε σαν διατηρητέα», είπε ο φίλος μου και σκάσαμεστα γέλια, πίνοντας στην υγειά της νεότητος... Είπαμε. Ο καθένας στο «πόστο»και στον κόσμο του.
  Να σας πω την αλήθεια,εκείνη τη στιγμή είχαστο νου μου τα «ωραία ερείπια». Ερειπωμένους ανθρώπους, και κυρίως, παλιέςσχέσεις. Και κατά πόσο φαντάζουν ερείπιο ή εικόνισμα μέσα μας... Διέκοψε τιςσκέψεις μου ο φίλος. Και είπε ευθέως: «Ξέρεις γιατί έβαψα μαύρα τα μαλλιά μου;Ήθελα να κάνω άλμα πάνω από τη φθορά»... Γύρω μας βούιζε ο κόσμος τωνπιτσιρικάδων. Υψώσαμε τα ποτήρια και ήπιαμε στην υγειά μας...
 
του Γιάννη Τριάντη
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ (Τεύχος 195)